|
|
||
|
30 Χρόνια Φλου Issue, November 1, 2009 - Browse All Issues |
||
|
EVENTS
|
COVER STORY 30 ΧΡΟΝΙΑ, ΕΤΣΙ, ΣΤΟ ΦΛΟΥ... Ένιωθε από το βράδυ ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Έπεσε να κοιμηθεί και το μυαλό του ήταν κενό. Συνήθως ήταν γεμάτο με σκοτούρες. Φίλησε την Άννα δίπλα του και έμεινε με τα μάτια ανοιχτά και το βλέμμα στο σκοτάδι ολόκληρη τη νύχτα. Το πρωί άκουσε το ξυπνητήρι, είδε την Άννα να σηκώνεται, να ετοιμάζει τα παιδιά και να τον φωνάζει να σηκωθεί, μία τελετουργία που επαναλαμβανόταν ίδια και απαράλλαχτη για όσο μπορούσε να θυμηθεί. Δε σηκώθηκε. Ένιωθε πως δε μπορούσε να σηκωθεί, δε μπορούσε να πάει στο ίδιο γραφείο, δε μπορούσε πια να βλέπει τους ίδιους ανθρώπους. Τα είχε βαρεθεί όλα! Πόσες φορές είχε ακούσει αυτή τη φράση να τη λένε οι άνθρωποι γύρω του... Ποτέ δεν πίστευε όμως ότι θα έφτανε στο ίδιο σημείο. Όλοι τον θεωρούσαν τέρας ενεργητικότητας και ζωής. Κατάφερε να 'φτιάξει' μέσα σε 30 χρόνια καριέρας αυτά που άλλοι δε θα μπορούσαν να αποκτήσουν σε 30 ζωές. Είχε δίπλα του μία όμορφη γυναίκα, και τρία πανέξυπνα παιδιά που τα λάτρευε αυτός και όλος ο κόσμος. "Απλά περνάω τη συνηθισμένη κρίση ηλικίας" σκέφτηκε με το πάντα πρακτικό μυαλό του. "Μπορεί να περνάω και καμία ίωση. Ίσως πρέπει να κάνω και καμία επίσκεψη σε κανένα ψυχολόγο. Τέλος πάντων, όταν σηκωθώ όλα θα είναι καλά, έχω και πολύ δουλειά και θα ξεχαστώ". Όταν σηκώθηκε τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Με το ζόρι έφτασε στο μπάνιο. Εκεί ανακάλυψε ότι το χέρι του 'ήθελε' να σπρώξει τη λεπίδα του ξυρίσματος προς το λαρύγγι του παρά προς το μάγουλό του. Παράτησε την προσπάθεια. Χρειαζόταν αέρα. Τηλεφώνησε στη δουλειά πως ήταν άρρωστος και δε θα μπορούσε να πάει στο γραφείο. "Ευκαιρία για τον Άκη να προσπαθήσει να 'γλύψει' το αφεντικό για να πάρει αυτός το project ..." σκέφτηκε θυμωμένα. "... μα με τι μαλακίες έχω γεμίσει το κεφάλι μου!", μία αντίθετη σκέψη πετάχτηκε απρόσκλητη και τον 'έκοψε' στα δύο.
Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έκανε να βγει έξω. Ανακάλυψε πως του ήταν αδύνατο ακόμα και να οδηγήσει! Στο πρώτο μποτιλιάρισμα στους δρόμους της Αθήνας, στην πρώτη χαζομάρα άλλου οδηγού, θα έκανε σίγουρα καυγά! "Όχι, θα περπατήσω! ..". Πόσα χρόνια είχε να το κάνει αυτό; Από τότε που ήταν έγκυος η Άννα στο μικρό Θανάση, καμιά δεκαριά χρόνια δηλαδή. Πόσα χρόνια όμως είχε να περπατήσει μόνος του; 15-20 σίγουρα. Από τις τελευταίες φορές που κατέβαινε στο κέντρο με τις παρέες του. "Αν είναι να περπατήσω τότε χρειάζομαι και μουσική!. Που να βρίσκεται τώρα το παλιό μου κασετοφωνάκι που χρησιμοποιούσα; Θα το χάρισα σε κάποιον σίγουρα όταν παντρεύτηκα, και είχα να ασχοληθώ με 'σοβαρότερα' πράγματα... μια στιγμή όμως ... το i-Pod της μικρής ροκούς!". Ήταν παρατημένο στο τραπέζι μιας και για κάποιο λόγο δεν το είχε πάρει μαζί της στο σχολείο. "Ερωτεύτηκε και ξεχνάει ... σαν τον πατέρα της ..." σκέφτηκε και γέλασε πονηρά σα μικρό παιδί. Το άρπαξε μαζί του έχοντας την ελπίδα πως στο playlist της μικρής θα υπήρχε και τίποτα πιο παλαιομοδίτικο, σε σχέση με αυτά που έβαζε στο σπίτι "για να τους σπάσει τα νεύρα". "Μα είναι τραγούδια αυτά που ακούνε σήμερα τα νέα παιδιά;" Καταλάβαινε σιγά σιγά, πως η σημερινή του διαδρομή ήταν προαποφασισμένη, δε χρειαζόταν να σκεφτεί παραπάνω. Περπάτησε τα δύο τετράγωνα που χώριζαν το σπίτι του από τη στάση του λεωφορείου. Ανακάλυψε ότι το περπάτημα δεν ήταν τόσο εύκολο. Τα πεζοδρόμια, που τόσο πολύ τα λάτρευε τον παλιό καιρό, ήταν όλα 'πιασμένα' από αυτοκίνητα 'βιαστικών' οδηγών που είχαν 'δουλειές' και δε μπορούσαν να περιμένουν πολύ. Όπως ήταν κι αυτός δηλαδή τα τελευταία 30 χρόνια: 'Βιαστικός'. Πέρασε από το περίπτερο του κυρ-Νίκου το οποίο είχε να επισκεφτεί από τον καιρό που ο κυρ-Νίκος μας είχε "αφήσει χρόνους". Στη θέση του βρισκόταν ένας εντελώς αδιάφορος τύπος που έμοιαζε να παρακαλούσε το Θεό να βρισκόταν κάπου αλλού. Είχε σκοπό να παραγγείλει εφημερίδα αλλά άλλαξε γνώμη. Η άκρη του ματιού του 'έπιασε' ένα πακέτο Καρέλια, ίδιο και απαράλλαχτο με αυτό που κάπνιζε μικρός. Ρώτησε τον τύπο αν υπήρχαν άφιλτρα, και προς μεγάλη του έκπληξη ένα λευκό πακέτο 'πετάχτηκε' μπροστά του.
Τράβηξε προς τη διπλανή στάση, όπου τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει και πολύ. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιοι μεροκαματιάρηδες, μόνο που δεν ήταν πια Έλληνες, ήταν μετανάστες, σαν την καθαρίστριά του, που έπαιρνε κάθε μέρα το λεωφορείο από αυτή ακριβώς τη στάση. Άνοιξε το πακέτο, άναψε το τσιγάρο και τράβηξε μία τζούρα. Ήταν το πρώτο του τσιγάρο μετά από πολλές δεκαετίες. Παρακαλούσε, όπως τότε, να αργήσει να έρθει το λεωφορείο για να το απολαύσει μέχρι το τέλος. Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες από το 'Αναζητώντας Το Χαμένο Χρόνο' του Μαρσέλ Προυστ, το αγαπημένο του βιβλίο στα εφηβικά χρόνια. Γιατί άραγε δεν το ξαναδιάβασε ποτέ από τότε; Η γεύση της νικοτίνης, οι εικόνες της εργατούπολης, η μυρωδιά του λεωφορείου ... έρχονταν όλα πίσω μετά από 30 χρόνια. Το μόνο που του έλειπε ήταν οι ήχοι. Τσαντίστηκε με τον εαυτό του που ποτέ δεν έβρισκε το χρόνο να ξανακούσει τα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσε και τα οποία πίστευε πως είχαν επηρεάσει τη ζωή του τόσο σημαντικά. "Τι στο καλό να έχει βάλει η μικρή μέσα στο i-pod;" Πάτησε αγχωμένος το play, και περίμενε υπομονετικά να 'καταστραφεί' η όμορφη νοσταλγική του εικόνα από τα ουρλιαχτά κάποιου μοντέρνου Αμερικανικού συγκροτήματος που "δεν αξίζει ούτε μία τρίχα του κεφαλιού του Dylan". Ανέβηκε στο λεωφορείο που μόλις είχε έρθει, και ξεχάστηκε για λίγο μέσα στα γαλανά μάτια μίας 20χρονης που καθόταν απέναντί του. Θυμήθηκε τα πρώτα του ραντεβού με την Κ, που ξεκινούσαν πάντα από την ίδια στάση του λεωφορείου. Στέκονταν σε απόσταση 3 μέτρων μεταξύ τους μέχρι να φτάσουν στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, μπορούσαν να φιληθούν ελεύθερα! "Μα, για μια στιγμή ... αυτό το riff ... το πιάνο ... η φωνή ... μα το ξέρω αυτό τα τραγούδι ... και πολύ καλά μάλιστα!" Του φάνηκε απίστευτο, αλλά άκουγε τη φωνή του Παύλου και τα όργανα των Σπυριδούλα στο 'Μπάμπη το Φλου'! Δε μπορούσε να καταλάβει πως είχε βρεθεί αυτό το τραγούδι στο i-pod της μικρής. Δεν είχε δείξει ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνόφωνο rock, ειδικά για τραγούδια σαν κι αυτό που είχαν κυκλοφορήσει πολλές δεκαετίες παλιότερα! "Αυτός ο νέος 'έρωτας' είναι πολύ πιο 'ψαγμένος' από τους προηγούμενους. Εγκρίνεται!". Χαρούμενος για τις νέες, βελτιωμένες επιλογές της μικρής Ελένης, 'βυθίστηκε' στους στίχους του Παύλου, καθώς το λεωφορείο προσπερνούσε τις θλιβερές πολυκατοικίες της παλιάς εργατούπολης, που έχτισε η γενιά των γονιών του για να στεγάσει τα όνειρα των παιδιών της. Είχε γνωρίσει πολλούς Μπάμπηδες στη ζωή του. Δεν υπάρχουν πια Μπάμπηδες και δε θα μπορούσαν να υπάρξουν. Το να είσαι 'φλου' δεν είναι κίνημα, ιδεολογία και επαναστατική πρόταση. Είναι 'άποψη' που βγαίνει από την εμπειρία της ζωής. Ο Παύλος έγραψε στίχους για τον 'Μπάμπη', περιγράφοντας έναν αυθεντικό χαρακτήρα της εποχής εκείνης. Κοίταξε από το παράθυρο τους ανθρώπους που έτρεχαν βιαστικά για τις 'δουλειές τους'. Κι αυτός έτσι έκανε συνήθως. Τι, πως, γιατί, πειστικές απαντήσεις δεν υπάρχουν. "Φτου..." έριξε μία εικονική φτυσιά στο πάτωμα του λεωφορείου για τον εαυτό του και τη γενιά του. Δεν τολμούσε να κοιτάξει την οθόνη του i-pod. Φοβόταν μήπως ο 'Μπάμπης' ήταν απλά μία τυχαία προσθήκη στο playlist της κόρης του! "Μα όχι, το μπάσο του Μαστρόκαλου και το solo του Σπυρόπουλου!". Δεν ήταν δυνατό να κάνει λάθος, είχε ακούσει το δίσκο χιλιάδες φορές στα νιάτα του. "Κάποιος έδωσε στη μικρή ολόκληρο το δίσκο σίγουρα! Αν είναι ο μικρός που είδα προχθές σπίτι, θα τον κάνω γαμπρό μου σύντομα!". Άρχισε να κουνάει μηχανικά το κεφάλι του στο εθιστικό groove που δημιουργούσε το τρομερό δίδυμο Μαστρόκαλου - Μουζακίτη. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που έπιασε στα χέρια του το βινύλιο, της πρώτες μέρες της δεκαετίας του '80. Γελούσε με το εξώφυλλο, γιατί αν έβγαζες τη φωτογραφία του Βασίλη Σπυρόπουλου και έβαζες τη δική του, κανένας δε θα καταλάβαινε τη διαφορά. Ίδια μαλλιά, ίδια γυαλιά, ίδια φάτσα! Φοιτητής του Πολυτεχνείου τότε, έκανε το "φεγγάρι του" στην ΚΝΕ όπως προβλεπόταν για όλους τους συνομήλικούς του. Τώρα που άκουγε το album μετά από τόσα χρόνια, ανακάλυπτε φοβερά πράγματα. Έβλεπε για παράδειγμα καθαρά την εκπληκτική δομή του 'Μου 'πες θα φύγω': Το ατελείωτο solo του Σπυρόπουλου, που 'διαπερνούσε' όλο το τραγούδι και "συνδιαλεγόταν" με τους στίχους του Σιδηρόπουλου. "Ιδιοφυές...". Ήταν 2 Νοεμβρίου του 2009. Ο δίσκος είχε κυκλοφορήσει ακριβώς 30 χρόνια πριν!
Το λεωφορείο έκανε αμέτρητες στάσεις, αλλά ο γύρω κόσμος είχε πάψει να τον απασχολεί. Ήξερε έτσι κι αλλιώς ότι θα κατέβαινε στο τέρμα, όπως έκανε παλιά, όταν το κέντρο της Αθήνας ήταν η ζωή του. Ο καιρός είχε αρχίσει να γίνεται μουντός. Ο χειμώνας της Αθήνας άρχιζε. Αγαπούσε πολύ αυτό το χειμώνα, γιατί είναι εντελώς διαφορετικός από τους άλλους. Στην Αθήνα, τα χρώματα των εποχών είναι ιδιόμορφα. Το μουντό χειμωνιάτικο χρώμα, δεν είναι γκρι, είναι μαύρο, σαν την άσφαλτο. Ο αθηναϊκός χειμώνας σε 'απειλεί', εισβάλλοντας βαθιά μέσα στην ψυχή σου, μέχρι να γαληνέψει και να σου δώσει μερικές ελπίδες έντονου γαλάζιου αττικού ουρανού. Όταν όμως βρίσκεται στο κέντρο της πόλης σε 'πλακώνει'. "Όπως ακριβώς η εισαγωγή στο 'Που να Γυρίζεις' ..." σκέφτηκε. Τα αθηναϊκά blues, στην κορυφαία στιγμή τους! Ο Παύλος ψάχνει διέξοδο σε καμία "ψιλή", και αναρωτιέται απεγνωσμένα, γνωρίζοντας ότι η απάντηση δεν έχει καμία απολύτως σημασία. "Άκου το Μαστρόκαλο πόσο δυνατά "χτυπάει" τα τύμπανα! Ακόμα και ο Bojo θα ήταν περήφανος γι' αυτόν"
Ήταν έντονα νευριασμένος. Το 'Ξέσπασμα' έφτασε στα ακουστικά του την κατάλληλη στιγμή: το ελληνόφωνο 'Call Me The Breeze' ... "όπου γουστάρω πάω ... και τρέχει ο άνεμος μπροστά...". Είχε ξεχάσει δουλειά, γυναίκες, παιδιά, τα πάντα. Είχε μεταφερθεί 30 χρόνια πριν, το 1979 ... "όπου γουστάρω πάω ... και ο μήνας έχει εννιά...". Τάχυνε το βήμα του με το ρυθμό του τραγουδιού, και κατέβηκε την Ακαδημίας. Ψιλόβρεχε, αλλά λίγο τον πείραζε. Τα πάντα γύρω του είχαν αλλάξει, αλλά στην ουσία ήταν τα ίδια. "Η πόλη αυτή ..." σιγοψιθύρισε, "είναι μία πόλη φαντασμάτων ... περπατάς και νομίζεις ότι θα πεταχτούν από τη μία γωνιά ο Πυθαγόρας με το φανάρι του, από την άλλη ο Απόστολος Παύλος, από κάπου αλλού φουστανελαίοι βοσκοί, και από τη στοά ο Μακρυγιάννης. Αρκεί να αφουγκραστείς προσεκτικά, και θα τους ακούσεις: Είναι όλοι εδώ!". Στη γωνία Θεμιστοκλέους και Ακαδημίας τον υποδέχτηκε ο Παύλος. Του τραγούδησε περιπαικτικά τους 'Σοβαρούς Κλόουν'. Σκέφτηκε πόσο θα ήθελε να ανήκει σε αυτή την επίλεκτη ομάδα. Δεν έγινε όμως ποτέ ένας 'σοβαρός κλόουν', δε γνώρισε ποτέ το Χριστό μέσα από την πείνα του. Ένιωθε πως έπρεπε να απολογηθεί για τη ζωή του. Ένιωθε απλά ένας κλόουν, γιατί άφησε τις αξίες του να τις συντρίψει η ζωή. Τις είχε, τις πίστευε, αλλά δεν τις υπερασπίστηκε. "Έγινα 'πραγματιστής', ότι στο διάολο και να σημαίνει αυτό...". Δεν άφησε το πρώτο δάκρυ να κυλήσει από τα βουρκωμένα μάτια του, γιατί μετά δε θα μπορούσε να σταματήσει και τα υπόλοιπα. Συνέχισε απλά να περπατάει κατευθυνόμενος προς την Πλατεία. Τα αυτοκίνητα είχαν 'καταλάβει' τα πεζοδρόμια δεξιά και αριστερά, αλλά αυτός έτσι κι αλλιώς περπατούσε στη μέση του δρόμου. Είχε 'εισέλθει' μετά από πάρα πολλά χρόνια στην 'Ανεξάρτητη Δημοκρατία των Εξαρχείων', και δεν είχε ξεχάσει πως στον τόπο αυτό έκαναν 'κουμάντο' οι άνθρωποι και όχι οι μηχανές! Γύρω του κορναρίσματα και απειλητικές βρισιές, αλλά αυτός αγέρωχος περπατούσε σαν να ήταν το '69. Περίμενε να συναντήσει σε μία γωνιά το Λευτέρη λιωμένο από ρακή, αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί από καιρό. Τα βρόντηξε και έφυγε. Το πλήρωσε στη φυλακή άραγε όπως έλεγε το γράμμα, ή τους κορόιδεψε όλους και την έκανε με τη 16χρονη για χώρες μαγικές; "Αν είχα έστω και λίγη από τη μαγκιά του Λευτέρη ίσως να τα βρόνταγα κι εγώ όλα και να έφευγα ... να πάω που όμως; ... να κάνω τι;".
|
LATEST NEWS
Βραχυκυκλωμένος, στενοχωρημένος και κουρασμένος από τις ίδιες του τις σκέψεις έφτασε στην Πλατεία. Είχε σταματήσει να την επισκέπτεται στα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν η 'εργατική' τάξη που είχε στηρίξει το ΠΑΣΟΚ, είχε γινει 'μεσοαστική' τάξη και αποφάσισε ότι το μέρος αυτό δεν ήταν 'αρκετά νοικοκυρεμένο'. Κυκλοφορούσαν 'αλήτες', 'πρεζόνια' και διάφοροι επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη, οπότε όλα τα μπαράκια έπρεπε να κλείσουν. Το αποτέλεσμα που έβλεπε 2-3 δεκαετίες μετά ήταν θλιβερό: Γύρω-γύρω μερικές καφετέριες 'μοντέρνου τύπου', και στη μέση ο 'Μανώλης', δηλαδή τα 'πρεζόνια' τα οποία υποθετικά προσπάθησαν και προσπαθούν να διώξουν από την περιοχή. "Μα και να τα έδιωχναν, τι θα γινόταν, θα 'εξαφανίζονταν' δια μαγείας;" Θυμήθηκε ότι τα Εξάρχεια είχαν γίνει στέκι ναρκωτικών 'εν μία νυκτί' όταν η Αστυνομία είχε 'καθαρίσει' από τα 'πρεζόνια' την Πλάκα τη δεκαετία του '70. "Τα προβλήματα δεν υπάρχουν αν δε φαίνονται, έτσι δεν είναι;..." Κάθισε σε ένα παγκάκι στο κέντρο της Πλατείας. Τα 'πρεζόνια' μαζεύτηκαν γύρω του και αυτός τους μοίραζε μηχανικά τα ψιλά που είχε στην τσέπη του, σαν κανναβούρι σε πεινασμένα περιστέρια. Κοίταξε γύρω του και άρχισε να θυμάται ιστορίες, έρωτες, φυσιογνωμίες, παρέες, μαγαζιά, ήχους, έναν υπέροχο αυθεντικό μικρόκοσμο από τον οποίο ποτέ δεν ήθελε να φύγει. Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Αναρωτήθηκε μία ακόμα φορά για τη ζωή του. Θυμήθηκε τη δική του Κ.. Ήταν η μεγάλη πληγή που αιμορραγούσε σε όλη του τη ζωή. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που το αποδεχόταν αυτό, το έβλεπε τόσο καθαρά. Νόμιζε ότι είχε ξεχάσει, ότι είχε αποδεχθεί το τι είχε γίνει, είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια άλλωστε ... Που να βρίσκεται τώρα; Θα έχει αρχίσει άραγε να ψηλαφίζει τις πληγές του συμβιβασμού της; Τα 'τριάκοντα αργύρια της σιωπής της' τα είδε άλλωστε με τα μάτια του κάποιο όμορφο πρωινό που την 'πέτυχε' μέσα σε μία χρυσαφιά Mercedes της εποχής εκείνης. Δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας από τη μέρα που του είχε πει ότι ήθελε να χωρίσουν, ότι ήθελε να μείνει μόνη της για λίγο καιρό. Η απόρριψη και η υποκρισία, ένα τοξικό κοκτέηλ ικανό να 'δηλητηριάσει' κάθε καρδιά, και να 'κάψει' κάθε μυαλό.
Θα μπορούσε να ήταν η 'ώρα του stuff' και να γινόταν θυσία 'τω άγνωστω Θεώ' όπως και τόσοι άλλοι γνωστοί και φίλοι του. Ήταν τυχερός όμως. Δεν παρασύρθηκε. Η οικογένεια του, ο χαρακτήρας του, οι συγκυρίες, το καθένα ξεχωριστά και όλα αυτά μαζί. Ο μέχρι τότε κόσμος του διαλύθηκε, αλλά αυτός όχι. Απλά άλλαξε κόσμο! Ξαφνικά 'είδε' καθαρά την υποκρισία όχι μόνο της Κ, αλλά και πολλών από τους 'φίλους' του, οι οποίοι στα λόγια ήταν οι μεγαλύτεροι επαναστάτες, αλλά στην πράξη ήταν τα 'καλύτερα παιδιά' του συστήματος. Δε θα ανεχόταν τίποτα πια. Αφοσιώθηκε στο πτυχίο του. Τα υπόλοιπα ήρθαν φυσιολογικά. Θα μπορούσε να είχε το τέλος του Παύλου, της Κατερίνας, του Νικόλα, και τόσων άλλων. Τους είχε γνωρίσει όλους την εποχή εκείνη, αλλά δεν ένιωθε γι' αυτούς κανένα δέος, ήταν απλά κάποιοι χαρακτηριστικοί τύποι στα Εξάρχεια. "Ό μύθος τους ήταν ο θάνατός τους, πάνω στον οποίο μπορούμε να ασελγούμε ελεύθερα πια όλοι μας". Όταν 'ζητιάνευαν' για τη δική τους δόση εκείνη την εποχή, κανένας (ή σχεδόν κανένας) δεν έδινε κυριολεκτικά 'δίφραγκο'. Τι κρίμα όμως ... οι περισσότεροι μυθοποιούν τη ζωή τους, λες και ήταν κάτι το ιδιαίτερο, υπήρχαν χιλιάδες άλλοι τον καιρό εκείνο που ζούσαν ακριβώς έτσι ... οι περισσότεροι μυθοποιούν τα Εξάρχεια ενώ ... άκου αυτές τις μουσικές ... άκου τις καλά ... rock 'n' roll 60's - hard rock 70s - ψυχεδέλεια - punk ... με πνευστά, πιάνο και χίλια δυο άλλα ... όλα βρίσκονται εδώ μέσα σε ένα μόνο album ... με ελληνικούς στίχους!". Εδώ και μόνο εδώ βρισκόταν ο μύθος! "Ο άνθρωπος απλά έγραψε τον πρώτο και καλύτερο δίσκο ελληνόφωνου rock! Αυτό φτάνει για να είναι αιώνιος!".
Όλες αυτές οι σκέψεις 'έτρεχαν' πεντακάθαρες μέσα στο μυαλό του, αλλά δεν τον ανακούφιζαν από το βασικό του πρόβλημα. Γιατί έφτασε εδώ που έφτασε; Γιατί πήρε τον εντελώς αντίθετο δρόμο από αυτόν που πραγματικά ήθελε; Γιατί εγκατέλειψε τις 'βασικές του τις αρχές'; Γιατί έγινε 'εν κατακλείδι' ένας 'υγιής και αξιοπρεπής' άνθρωπος; Γιατί; Γιατί; Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Καθώς κατέβαινε τη Θεμιστοκλέους είδε με την άκρη του ματιού του ένα νεαρό ζευγάρι να περπατάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αναγνώρισε αμέσως την κοπέλα με τη μαύρη μπλούζα. Ήταν η κόρη του, που περπατούσε αμέριμνη, ερωτευμένη και αγκαλιασμένη με ένα μακρυμάλλη, μαυροφορεμένο νεαρό. Η Ελένη δεν τον γνώρισε, γιατί δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα της χωρίς κουστούμι. Δεν έκανε καμία κίνηση να της μιλήσει. Θα την έφερνε σε δύσκολη θέση, γιατί εκείνη τη στιγμή η μικρή θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται στο σχολείο. Προσπέρασε, και ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Έστριψε στη Σόλωνος και ανηφόρισε προς την Ιπποκράτους. Βρήκε το παλιό τυροπιτάδικο του κυρ-Θόδωρου. Ο κυρ-Θόδωρος έλειπε, αλλά το μαγαζί το είχε αναλάβει ο γιος του! "Οι τυρόπιτες φούρνου όμως ίδιες και απαράλλαχτες, ανασταίνουν και νεκρούς!". Ξαναέβαλε τα τραγούδια του δίσκου από την αρχή και τα ευχαριστήθηκε περισσότερο αυτή τη φορά, 'Ρουφούσε' κάθε νότα και στίχο τώρα. Μπορούσε να 'πλησιάσει' τα τραγούδια από μία διαφορετική σκοπιά και να εκτιμήσει το μουσικό και στιχουργικό μεγαλείο τους. Ήταν πια μεσημεράκι, και κατέβηκε στη στάση για να πάρει το λεωφορείο της επιστροφής. Η βόλτα του είχε κάνει καλό. Σιγά, σιγά το μυαλό του καθάριζε και οι αχνές γραμμές της πραγματικότητας άρχισαν να διακρίνονται στον ορίζοντα: "Δεν έκανα κάτι λάθος ... τα έκανα όλα λάθος! Όλες οι σκέψεις μου, όλες οι έγνοιες μου, όλη η ενέργειά μου αφοσιώθηκε αποκλειστικά τα τελευταία 30 χρόνια στο πως θα 'είναι καλά' η οικογένειά μου και ο στενός μου κύκλος, δηλαδή εγώ. Κάθε πράξη, κάθε σκέψη ήταν βασικά από εμένα για εμένα. Η κλασσική αρρώστια του μεσοαστού. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες. Δεν είχα τα κότσια να πάω κόντρα στο ρεύμα, να ζήσω χειρότερα απ'ότι έζησα, να δώσω λιγότερα πράγματα στον κλειστό περίγυρο μου και περισσότερα στην ανοιχτή κοινότητα. Όλη η γκρίνια μου για την πολιτική εξαντλήθηκε στους πολιτικούς που είναι άχρηστοι, αλλά αυτό που πάντα τους ζητούσα ήταν καλύτερη ζωή για εμένα, όχι για όλους τους άλλους, δηλαδή τον Παύλο και τον κυρ-Θόδωρο που έφτιαχνε τυρόπιτες. Οι υπόλοιποι μου ήταν στην πράξη αδιάφοροι. Έτσι απλά η δουλειά μου έγινε δουλία, μανία και αναγκαιότητα, τα αισθήματα πορνογραφήματα, και οι λογικές σκέψεις πυρηνικά ατυχήματα. Το γελοίο είναι ότι πάντα νόμιζα το αντίθετο. Επειδή 'αμπελο-φιλοσοφούσα" για την αριστερά στις συντηρητικές παρέες μου και την έβαζα στο κοινοβούλιο με την ψήφο μου, έκανα το καθήκον μου. Όλοι, κι αυτοί κι εγώ, χαρούμενοι σε ένα στημένο παιχνίδι, στο οποίο υπήρχαν μόνο λόγια και μερικές τυφλές, σκόρπιες, χωρίς σχέδιο, ανέξοδες τελικά πράξεις." "Και τώρα τι;" αναρωτήθηκε καθώς ανέβαινε στο λεωφορείο. "Τώρα όλα αλλάζουν. Τώρα πρέπει να ξανακερδίσω τη ζωή μου, ή ότι τέλος πάντων απέμεινε από αυτή. Δε μπορώ να γυρίσω πίσω, και να κάνω τα πράγματα διαφορετικά, μπορώ όμως να τα κάνω από εδώ και πέρα όλα διαφορετικά! Πρώτον, η Άννα και εγώ πρέπει να ξαναγίνουμε ζευγάρι με την πραγματική έννοια του όρου και όχι να γεράσουμε σα μία μεσοαστική καρικατούρα του Τσέχωφ. Αύριο αναρρωτική άδεια και οι δύο, και πάμε για συζήτηση στα βουνά. Είμαι σίγουρος ότι έχει και αυτή να μου πει πολλά πράγματα, αλλά πότε να μου τα έλεγε; Αφού ήμουν μονίμως 'απών'! Δεύτερον, τα παιδιά. Σταματάω να τους λέω τι πρέπει να κάνουν και τους αφήνω να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Τι να τους πω άλλωστε; Με τι μούτρα να τους δώσω 'συμβουλές'; Σε ένα μόνο πράγμα θα με έχουν δίπλα τους αν με θέλουν: Να τους βοηθήσω να μην επαναλάβουν τα δικά μας λάθη. Ας κάνουν τα δικά τους, έχουν αυτό το δικαίωμα, όπως το είχαμε και εμείς. Και να ζήσουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους, όχι να κυνηγάνε μια ζωή χίμαιρες, όχι κι άλλα, ακόμα περισσότερα, λεφτά, αμάξια, οικόπεδα, εξοχικά, βίλες, μπιχλιμπίδια, λαγοί και πετραχήλια." "Τέρμα και οι μαλακίες στη δουλειά μου. Τέρμα το κυνήγι για τα bonus, τις προαγωγές, όλο αυτό το χαρούμενο 'παιχνιδάκί' του ανταγωνισμού που 'μας κάνει καλύτερους'. Απλά μεγαλώνει το πορτοφόλι των μετόχων. Ευτυχώς το αντικείμενο της δουλειάς μου μ'αρέσει πολύ. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Δε χρειάζεται να την κάνω και αυτή 'καρναβάλι'!" Καταλάβαινε καλά βέβαια ότι αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις θα μπορούσε να επηρεάσει μόνο το δικό του προσωπικό κύκλο, και ότι αυτός ο κύκλος δεν αποτελούσε ολόκληρη την κοινωνία. Έπρεπε λοιπόν να 'συναντήσει' στον κοινωνικό ιστό τους ανθρώπους που είχαν ίδιες αντιλήψεις για τη ζωή με αυτόν. Ένιωθε πως υπήρχαν πολλοί, απλά όλοι νόμιζαν ότι είναι μόνοι τους. "Αλλά από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Ο καθένας κάνει την αρχή στον κύκλο του, και κάπου θα συναντηθούμε όλοι. Είναι η κατεύθυνση των ενεργειών μας που μετράει". "Και η μουσική μου ... ο χώρος μου ... το προσωπικό μου καταφύγιο από το χάος που κουβαλάω μέσα μου ... ευνούχισα τον εαυτό μου όταν σταμάτησα να ακούω μουσική!". Σκέφτηκε πως τα πρωινά στο αυτοκίνητο έβαζε να ακούσει τα 'νέα' και τις πολιτικές συζητήσεις. Ανατρίχιασε. Που είχε 'αποκοιμηθεί' για 30 χρόνια; Δεν ήθελε όμως να ξαναγυρίσει αποκλειστικά στις παλιές του αγάπες. Ο Παύλος και η Σπυριδούλα (και τόσοι άλλοι) ήταν η 'μισή ζωή του', αλλά καταλάβαινε πως 'οι φωτογραφίες' της εποχής εκείνης που έβγαζαν αυτοί οι δίσκοι δε θα του επέτρεπαν να δει ολοκάθαρα τη σημερινή πραγματικότητα. Και αυτός δεν ήθελε να καταλάβει τι έγινε στα 70s ή τα 80s. Τα ήξερε καλά πια. Ήθελε να καταλάβει το τώρα για να αλλάξει το αύριο. Και το τώρα ήταν ελληνικό, αλλά και παγκόσμιο. Το τώρα ήταν γρήγορο και σκληρό. Ήταν τοξικό. "Αν συνεχίσουμε απλά να θεοποιούμε τους παλιούς "ήρωες", θα καταντήσουμε να γιορτάζουμε τον Παύλο σαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, και είμαι σίγουρος πως ούτε ο Παύλος, ούτε ο Κολοκοτρώνης γουστάρουν τις παρελάσεις και τις φανφάρες! Τα έργα αυτών των ανθρώπων πρέπει να είναι η αφετηρία για το καλύτερο διαφορετικό αύριο ...". Σκέφτηκε πως έπρεπε να συζητήσει με την Ελένη για τη μουσική και τους στίχους του Παύλου. Να τις πει και δυο λόγια για το ποιοι ήταν αυτοί οι τεράστιοι τύποι που τον επηρέασαν. Έπρεπε να τις μιλήσει και για τις 'δοξασμένες' μποέμ ζωές του Παύλου, της Κατερίνας και του Νικόλα, που πολλές φορές δεν ήταν "δοξασμένες", αλλά απλά θλιβερές, όπως θλιβερή είναι και η ζωή του τώρα. Ήταν μεγάλοι καλλιτέχνες γιατί μπορούσαν να περιγράψουν με μοναδικό τρόπο τη ζωή όλων μας μέσα από τη μουσική και τους στίχους τους. Όχι γιατί ήταν 'πρεζόνια', ή μοντέρνοι 'απόκληροι'. Έπρεπε να τις πει ότι οι 'ψιλές' ήταν μία καλοστημένη παγίδα, και τίποτα παραπάνω. Μπορεί και να μην την σκότωναν, αλλά δημιουργούσαν αυτά τα όμορφα πειθαρχημένα στρατιωτάκια (σαν αυτόν και πολλούς άλλους), που 'λάδωναν' τις μηχανές του συστήματος ακατάπαυστα νυχθημερόν. Αυτός ήταν και ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να τ' αγγίξει. Όχι γιατί θα έχανε αυτός την κόρη του, αλλά γιατί αυτή θα συνέχιζε να υπηρετεί ένα σύστημα που θα σκότωνε χιλιάδες άλλες 'Ελένες' και 'Παύλους' χωρίς κανένα απολύτως λόγο. Αν ήθελε να αλλάξει τη ζωή της, και τη ζωή όλων των ανθρώπων, θα έπρεπε να είναι αποφασιστική, θαρραλέα, 'υποψιασμένη', 'διαβασμένη' και με 'καθαρό μυαλό'! Θα τις τα έλεγε όλα ωμά και θα την άφηνε να πάρει τη δική της ζωή στα δικά της χέρια. Αυτό ήταν σωστό. Κατέβηκε από τη στάση. Άνοιξε το πακέτο και έβγαλε το τελευταίο τσιγάρο. Δεν το χρειαζόταν πια. Το πέταξε. Οι τελευταίες νότες από το 'Εν Κατακλείδι' έπαιζαν ξανά. Είχε ακούσει αρκετά. Καθώς προσπερνούσε μία κολώνα της ΔΕΗ, διάβασε σε μία αφίσα τη λιτή ανακοίνωση: "ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ" ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ POK ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ: Κ.ΓΩΓΟΥ, Π.ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ, Ν.ΑΣΙΜΟ, Ν.ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ. ΠΑΙΖΟΥΝ : ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΝΑΣ & οι ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ, η ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΦΕΝΙΑ ΜΑΓΙΟΥ & ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΣΤΙΣ 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2009 ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΚΗΝΗ "ΚΥΤΤΑΡΟ LIVE". "Ναι, έτσι να τους γιορτάζουμε, με μουσική, ποίηση και θέατρο! Θα πάω σίγουρα, και θα πω και της μικρής. Θα πάθει σοκ, αλλά θα την εκβιάσω: θα την κάνω βόλτα στα παλιά μας στέκια και θα της πω όλες τις παλιές ιστορίες που με παρακαλάει να της διηγηθώ, κι εγώ ποτέ δεν έχω χρόνο!" Κοίταξε στην οθόνη του i-pod και έψαξε να βρει να ακούσει κάτι διαφορετικό. Δεν ήξερε κανένα από τα υπόλοιπα συγκροτήματα που έβλεπε. Επέλεξε ένα τραγούδι στην τύχη. 'Ξαφνιάστηκε' από μία δυνατή εισαγωγή drums. Κάποιος Αμερικανός τραγουδιστής ξέρασε μερικούς στίχους: Desperate but not helpless I feel so useless in the murder city
Desperate but not hopeless the clock strikes midnight in the murder city Ναι, έτσι ακριβώς ένιωθε εκείνο το απόγευμα στην Αθήνα. Γύρισε το κλειδί στην πόρτα, και μπήκε μέσα. Είχε γυρίσει ένας διαφορετικός άνθρωπος. Είχε 'ρουφήξει' την πρώτη ημέρα πραγματικής ζωής μετά από 30 ολόκληρα χρόνια... 'Άντε και καλή τύχη μάγκες!'
|
|
Ακούστε με απλό κλικ στο πρώτο τραγούδι. Τα υπόλοιπα τραγούδια θα φορτώσουν αυτόματα.
Αν θέλετε να ξεκινήσετε την ακρόαση από ένα συγκεκριμένο τραγούδι, κάντε απλό κλικ πάνω του, τα επόμενα θα φορτώσουν πάλι αυτόματα. |
||
|
The CyRock Team (rockcyprus at gmail.com - rockcyprus at hotmail.com) |
||