EVENTS

COVER STORY

... ΚΑΙ ΤΑΙΡΙΑΞΑΜΕ ΜΑΖΙ ΣΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ...

"Φαίνεται πως ό,τι αγαπάς από παιδί σε συντροφεύει και σε ζεσταίνει για όλη σου τη ζωή. Τα παιδικά χρόνια για τον καθένα είναι το όνειρο, η φαντασία, η χαρά και η ελπίδα. Στις δυσκολίες κανείς αναζητάει το παρελθόν και τη χαμένη αθωότητα για να πάρει δύναμη, να προχωράει και να δημιουργεί σ’ αυτό που λέμε σύγχρονη εποχή":

Βασίλης Καζούλλης: Άρθρο για τις παλιές ελληνικές ταινίες στην εφημερίδα Καθημερινή (2004).         

Η Πασχαλινή περίοδος περιέχει μία τρομακτική ποικιλία διαφορετικών "εικόνων", "ήχων", "αισθησεων" και "χρωμάτων". Ειδικά το ελληνικό Πάσχα είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, ανεξάρτητα από το πως αντιλαμβάνεται ο καθένας μας τις έννοιες 'θρησκεία" και "εκκλησία". Δεν πρόκειται για μία καθαρά χριστιανική γιορτή με τα μυστήριά της. Είναι (και) ένας ύμνος στη θυσία και την ευαισθησία.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι αυτό ακριβώς το τεύχος είναι αφιερωμένο σε έναν από τους μεγαλύτερους έλληνες τραγουδοποιούς των τελευταίων 30 χρόνων: Βασίλης Καζούλλης και 'Κάτι να Γυαλίζει'.

Ο Βασίλης είναι επίσης μία ιδαίτερη περίπτωση, όπως άλλωστε και όλοι οι σημαντικοί τραγουδοποιοί. Ανήκει σε αυτή την "πάστα" ανθρώπων που εκφράζουν απόλυτα την εποχή και τον πολιτισμό μέσα στον οποίο μεγάλωσαν: Ελλάδα, τέλη δεκαετίας 70 - αρχές δεκαετίας 80,  επαρχιακές πόλεις, ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, μουσική ως τρόπος ζωής, σταδιακή αφομοίωση της κουλτούρας των 60s από τη νεολαία, "δειλά" βήματα απελευθέρωσης στα κοινωνικά "ήθη", βιβλία, λογοτεχνία, φοιτητική ζωή ως παράγοντας προσωπικής και κοινωνικής απελευθέρωσης και όχι ως καταναγκασμός,  και το σπουδαιότερο: κοινωνική και προσωπική ευαισθησία ως αξία ζωής, όχι ως εμπόρευμα.

Αυτή η τελευταία λέξη αποτελεί άλλωστε και το "κλειδί" για την "κατανόηση" της μουσικής του Βασίλη: ευαισθησία ....    

Η εισαγωγή αυτή ήταν απαραίτητη, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε μία μεγάλη αντίφαση που είναι συνδεδεμένη με το album 'Κάτι Να Γυαλίζει".  Ας σκεφτούμε λίγο την εποχή που κυκλοφόρησε: 1992 στην Αθήνα. Όσοι είσαστε αρκετά μεγάλοι ίσως και να θυμάστε το κοινωνικό "τοπίο" της εποχής: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη "πελαγοδρομούσε" μέσα στην προσπάθειά της να εφαρμόσει αποτυχημένες Θατσερικές πρακτικές στην (έτσι κι αλλιώς εντελώς διαφορετική) ελληνική οικονομία. Η "αντιδραστική" μεταρρύθμιση προωθήθηκε στο χώρο της παιδείας, και τα υπόλοιπα (καταλήψεις, διαδηλώσεις, μολότωφ, ΜΑΤ, θάνατος Τεμπονέρα, κτλ) είναι ... ιστορία! Μέσα σε αυτό κλίμα λοιπόν, ο Βασίλης Καζούλης δημιούργησε ένα καθαρόαιμο, αγνό album ψυχής!

Όχι ότι θα μπορούσε φυσικά να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό χωρίς να ακουστεί "ψεύτικος". Γιατί ο Βασίλης Καζούλης είναι ακριβώς αυτό: μία "ψυχούλα"! Ένα παιδί μεγαλωμένο με τις μουσικές των early 60s, "φτιαγμένος" να τραγουδάει folk rock και Beatles,  "παγιδευμένος" όμως στον "τοξικό" και δηλητηριώδη "χωρόχρονο" της νεώτερης Ελλάδας.

Στο δικό μου "βιβλίο" υπάρχουν δύο διέξοδοι έκφρασης από μία τέτοια τοξική κατάσταση: Η μία οδηγεί σε δυναμικές καλλιτεχνικές προτάσεις, και η άλλη στοχεύει κατευθείαν στην πληγωμένη ψυχή. Η ελληνική κοινωνία δεν ακολούθησε (ως γενική τάση) ούτε τη μία, ούτε την άλλη διέξοδο. Αφού πρώτα "έστρωσε" τα οικονομικά της, "σπατάλησε" τα 90s σε ελληνάδικα και τα 00s σε lounge bars (είμαι περίεργος να δω τι θα κάνει στα 10s ...). Ο Βασίλης ήταν  ένας από τους καλύτερους εκφραστές της δεύτερης διεξόδου. Τα τραγούδια του ξεχειλίζουν από αυτή την "τετριμμένη" λέξη που ονομάζεται "ευαισθησία". Όχι επίπλαστη όμως. Αυθεντική!

Φυσικά η δυνατότητα να "βλέπεις" την ψυχή μέσα στο χάος είναι άμεσα συνυφασμένη με το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έχεις μεγαλώσει, και, όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, το περιβάλλον "εκκόλαψης" του Βασίλη και πολλών άλλων συνομηλικών του που γνωρίζω προσωπικά, δεν πρόκειται να ξαναυπάρξει σύντομα. Γιατί οι επόμενες γενιές από το Βασίλη μεγάλωσαν "λατρεύοντας" άλλους θεούς ("λαμπερούς", trendy και lifestyle-ready). Την επόμενη φορά που θα πιάσετε λοιπόν τον εαυτό σας να πραγματοποιεί γενικούς αφορισμούς του στυλ "χάθηκε το φιλότιμο" και "χάθηκε η ευαισθησία" από αυτό τον κόσμο, κοιτάξτε γύρω σας και δείτε σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά σας (αν έχετε) και τα παιδιά όλου του κόσμου. Όσο δεν αλλάζει αυτός ο κόσμος, η επιστροφή στον άνθρωπο - Νεάτερνταλ θα επιταχύνεται. Garbage In, Garbage Out, που λένε και οι πληροφορικάριοι!

Πίσω στο Βασίλη και το 'Κάτι Να Γυαλίζει'. Η έναρξη του album, με το τραγούδι 'Αν Ήσουν Άγγελος', περιλαμβάνει μία από τις χαρακτηριστικότερες εισαγωγές μοντέρνου ελληνικού τραγουδιού. Και για την εισαγωγή αυτή δεν είναι μάλιστα (εκτελεστικά) υπεύθυνος  ο Βασίλης, αλλά ένα συγκρότημα με πνευστά και εγχόρδα  της Λατινικής Αμερικής που τότε ακόμα ήταν ελάχιστα γνωστοί στην Ελλάδα: Οι Apurimac  δημιούργησαν ένα πραγματικά "συγκλονιστικό" μουσικό πέρασμα, χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά πνευστά kena και sikus των Άνδεων. Δεν ξέρω αν θα μου δημιουργούσε τόση μεγάλη εντύπωση αυτό το μουσικό "πέρασμα", στην περίπτωση που αποτελούσε ένα αυτόνομο κομμάτι. Ξερω όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Βασίλης το "έδεσε" συνθετικά με τα υπόλοιπα μέρη είναι απλά μοναδικός: Από τη μία πλευρά έχουμε Ινδιάνικα πνευστά. Από την άλλη επιρροές απο Simon & Garfunkel. Το αποτέλεσμα όμως, για έναν λόγο που ποτέ δε μπόρεσα να εξηγήσω πειστικά ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό, ακούγεται καθαρά "ελληνικό"! Ίσως γιατί αυτή η διαφορετική "ελληνικότητα" έχει σχέση με την εποχή που μεγάλωνε ο Βασίλης, και από την οποία πρόλαβα κι εγώ  "να πάρω μυρωδιά", έστω και για λίγο.

Το "παζλ" του Βασίλη Καζούλλη έχει τρία σημαντικά κομμάτια: Μουσική. Στίχοι. Φωνή. Δε μπορώ να θυμηθώ καμία διασκευή των κομματιών του Βασίλη που να έχει προκαλέσει αίσθηση. Λογικό! Είναι μάλλον αδύνατο να μπορέσει να εκφράσει αυτούς τους στίχους άλλη φωνή εκτός από τη φωνή του Βασίλη! Δεν είναι τα κομμάτια του παζλ που έχουν σημασία σε αυτή την περίπτωση. Είναι το 'Ολον' ...

Το album συνεχίζει με μία "βουτιά" στην bell époque και τις μουσικές της. Το "Αφού Δεν Θέλεις" αναδεικνύει άλλο ένα σημαντικό χαρακτηριστικό την καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του Βασίλη: την απίστευτη (για τα ελληνικά δεδομένα) πολυσυλλεκτικότητά του. Στο προηγούμενο τραγούδι ήταν τα πνευστά των Άνδεων, στο 'Αφού Δεν Θέλεις' είναι το "γαλλικό" ακορντεόν που συνοδεύει σε νοσταλγικά μονοπάτια τη φωνή του. Και η ελληνικότητα; Α, ναι: "Και μα την πίστη μου, δε θέλω πια να ελπίζω!". Ποιος ειπε ότι η νοσταλγία δε μπορεί να είναι ελληνικότατα σαρκαστική;

(συνέχεια στη διπλανή στήλη)

LATEST NEWS


CYROCK'S RADIO

No flash player!

It looks like you don't have flash player installed. Click here to go to Macromedia download page.

Powered by Flash MP3 Player

Το ομώνυμο 'Κάτι Να Γυαλίζει' ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η μεγαλύτερη επιτυχία του album. Τα πράγματα στην περίπτωση αυτή είναι απλά: Μία από τις "πικρότερες" μπαλάντες που γράφτηκαν ποτέ, τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά. Και επειδή ο πραγματικός έρωτας καταλήγει τις (περισσότερες ή όλες, διαλέξτε εσείς) φορές σε μεγάλη "πίκρα", δεν είναι τυχαία η τρομακτική επιτυχία και η επιδραστικότητα του κομματιού. Και αν διαφωνείτε με τον όρο "πραγματικός έρωτας", τότε αυτό συμβαίνει γιατί κάποια στιγμή πικραθήκατε σε απίστευτο βαθμό,  που σημαίνει ότι ... ερωτευτήκατε πραγματικά! Easy. Προσέξτε την καταπληκτική ενορχήστρωση, καθώς και τα "διακριτικά" κρουστά των Apurimac μετά το 1:30 του κομματιού. Κομψοτέχνημα!

Συνεχίζουμε να "μετράμε" διαφορετικά μουσικά όργανα στο album: Στο 'Φεγγαρένια' μία φυσαρμόνικα "υπογράφει" μοναδικά το κομμάτι από την αρχή εώς το τέλος του. Οι επιρροές από τις φωνητικές αρμονίες των Simon & Garfunkel είναι εμφανείς, και η "χαρούμενη" ατμόσφαιρα "ζωγραφίζει" ένα ταξίδι με αυτοκίνητο στις απέραντες ερημικές περιοχές του Route 66. "Φεγγαρένια, φεγγαρένια, με τα χρυσωμένια χτένια, γύρνα πίσω κι ας φοβάμαι πως μονάχος κι έτσι θα' μαι" .... μα μπορείτε να φανταστείτε άλλο όνομα δίπλα από αυτούς τους στίχους εκτός από του Βασίλη;

Το "Δημόσιο Χρήμα" γίνεται "κατανοητό" μόνο μέσα στο πλαίσιο της εποχής στην οποία κυκλοφόρησε το album, και το οποίο ανέλυσα διεξοδικά στην αρχή του άρθρου. Φυσικά, αν υποθετικά κάποιος δε γνώριζε οτι το album κυκλοφόρήσε το 1992, θα μπορούσε να πιστέψει ότι οι στίχοι είναι σημερινοί, μιας και είναι το ίδιο επίκαιροι. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα κομμάτια του Καζούλλη με πολιτικούς - κοινωνικούς στίχους δεν "έπιασαν" ποτέ ιδιαίτερα. Όπως απαντάει και ο ίδιος στην ερώτηση δημοσιογράφου για το αν έχει γράψει κοινωνικά ή πολιτικά κομμάτια:

"Έχω γράψει κοινωνικά (κομμάτια), αλλά δεν ακούγονται. Τα ερωτικά γίνονται πιο εύκολα αποδεκτά. Αλλά δεν μου έτυχε αυτό που λες. Δεν μου βγήκε. Αν το είχα έννοια, μπορεί να συνέβαινε. Θα μου πεις τι σημαίνει πολιτικά; Πολιτική είναι καθημερινή πράξη. Δεν σημαίνει να είσαι ενταγμένος κάπου. Με αυτή την έννοια, έχω πολιτική στάση στη ζωή μου έτσι κι αλλιώς"

Βασίλης Καζούλλης: Συνέντευξη στο Musicheaven (2007).

Ακολουθεί άλλο ένα μεγάλο "hit" του album, αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα "hits" της εποχής εκείνης, το 'Αεροπλάνα', ή όπως το γνωρίζουν οι περισσότεροι, το τραγούδι της 'Άννας'! Μουσικά ακολουθεί την light rock φόρμουλα που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη. Η όλη ουσία φυσικά εδώ είναι η "Αννα" και η αεροπορία. Τάδε έφη Βασίλης ξανά:

"Κοίταξε … αυτό το τραγούδι έχει εικόνες από εκεί (την αεροπορία),  υπάρχουν τα πρόσωπα στα τραγούδια, αλλά δεν είναι βέβαιο πάντα. Ούτε και τα ονόματα είναι πάντα τα πραγματικά. Αλλά υπήρχε μία Άννα τέλος πάντων ... "

Βασίλης Καζούλλης: Συνέντευξη στο Musicheaven (2007).

Και όπως λέει ο ίδιος πιο κάτω στην ίδια συνέντευξη, υπήρχε και μία "Φανή"! Σε αυτές τις περιπτώσεις ένα πράγμα πάντα αναρωτιέμαι: Που να βρίσκονται τώρα αυτές οι Άννες και οι Φανές; Πως να νιώθουν που χιλιάδες άνθρωποι τραγουδάνε κομμάτια που γράφτηκαν αποκλειστικά γι'αυτές; Θα "ξαναρθούν" άραγε; ....

Μετά το rock διάλειμμα των δύο προηγούμενων κομματιών, νέα στροφή στο album, και μάλιστα reggae (!) αυτή τη φορά με το 'Ότι Έχω'. Η παραγωγή εδώ είναι χαρακτηριστική early 90s. Υπάρχουν δεκάδες άλλα τραγούδια της εποχής εκείνης με τον ίδιο synth-reggae ήχο. Η μικρή αυτή "κοιλιά" ξεπερνιέται  με το υπέροχο βιολί (μετράτε ακόμα τα διαφορετικά μουσικά όργανα που υπάρχουν στο album;) που "συνοδεύει" το Βασίλη στο 'Δε Με Νοιάζει': "Δεν τα κατάφερα ποτέ κουβέντα να σου πω, τον πόθο μου να σου εκφράσω που με τρώει καιρό ... Πια δε με νοιάζει και για σένα δεν πίνω, δεν ξενυχτάω, δεκάρα δε δίνω". Πώς να ακούγονται άραγε οι στίχοι αυτοί στα αυτιά ενός νέου παιδιού, στη σημερινή "in-your-face εποχή"; Απλοικοί; Χαζο-ευαίσθητοι; "Δεκάρα δε δίνουμε" ο Βασίλης κι εγώ σε κάθε περίπτωση!

Λίγο πριν το τέλος, οι τόνοι "πέφτουν" ξανά με το 'Μαζί σου ως την Άκρη'. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Βασίλης έχει γράψει μερικές από τις καλύτερες ελληνόφωνες ερωτικές μπαλάντες. Και η συγκεκριμένη, αν και δεν έγινε ποτέ μεγάλη επιτυχία (ίσως γιατί μέσα στο μελαγχολικό της "κανβά", περιέχει μερικές αισιόδοξες πινελιές), είναι εξίσου καλή!

Το album ολοκληρώνεται με μία ακόμα "στροφή". Βασίλης "sings and plays the jazz" στο 'Νότες Ψυχοφθόρες'! Καμία έκπληξη φυσικά για έναν ευαίσθητο και νοσταλγικό άνθρωπο (ενώ κάτι "γαιδούρια" σαν τον editor έχουν για "πρωινό" τους Slayer!). Η μόνη έκπληξη είναι οτι δεν ασχολήθηκε ποτέ αποκλειστικά με το είδος αυτό. Βιοποριστικοί λόγοι; Μπορεί ... σε κάθε περίπτωση, ένα έξοχο finale, σε ένα έξοχο album!

 

Ο επίλογος του άρθρου, όπως και ο πρόλογος άλλωστε, ανήκει στο Βασίλη:

"Το ουσιαστικό για μένα, είναι μία έντονη νοσταλγία ... για την πραγματική αγάπη, για το αληθινό μας σπίτι, για τους αληθινούς μας φίλους, για την αληθινή μας πατρίδα… πολλά μπορεί να πει κανείς. Αλλά η μουσική είναι μία διαρκής νοσταλγία. Εγώ έτσι το καταλαβαίνω ... "

Βασίλης Καζούλλης: Συνέντευξη στο Musicheaven (2007).

Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό site του Βασίλη Καζούλλη.

Καλή Ανάσταση!

The editor

 

Ακούστε με απλό κλικ στο πρώτο τραγούδι. Τα υπόλοιπα τραγούδια θα φορτώσουν αυτόματα.

 

Αν θέλετε να ξεκινήσετε την ακρόαση από ένα συγκεκριμένο τραγούδι, κάντε απλό κλικ πάνω του, τα επόμενα θα φορτώσουν πάλι αυτόματα.

The CyRock Team (rockcyprus at gmail.com - rockcyprus at hotmail.com)